Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Για το κίνημα

Για το συνδικαλιστικό κίνημα

Είναι γεγονός ότι διανύουμε μια ιδιαίτερα κρίσιμη αλλά και ενδιαφέρουσα περίοδο. Μια περίοδο όπου από τη μία γίνεται όλο και πιο πλατιά αποδεκτή η αναγκαιότητα έντονων συλλογικών αγώνων ενώ από την άλλη η πλήρης αφερεγγυότητα των συνδικαλιστικών ηγεσιών υπονομεύει την έκφραση της μαζικής οργής και αγανάκτησης που υπάρχει.

Είναι επίσης γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίστηκαν (και θα συνεχίσουν) από σοβαρούς αγώνες στους εκπαιδευτικούς χώρους. Όλοι αυτοί οι αγώνες αποτελούν έκφραση, φέρουν το αποτύπωμα της μεγάλης κλίμακας επίθεσης του συστήματος σε όλα τα μέτωπα και των αντιθέσεων που αυτή δημιουργεί.
Με δεδομένη, άλλωστε, την ένταση της οικονομικής κρίσης πρέπει να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον φόρτωμά της στις πλάτες των εργαζομένων τόσο στο οικονομικό επίπεδο (λιτότητα – περικοπές) όσο και στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων αλλά και στο επίπεδο των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Για το τελευταίο, αξίζει να αναφέρουμε την απόφαση για χρησιμοποίηση του στρατού σε Ιταλία, ΗΠΑ και Γερμανία για την αντιμετώπιση κοινωνικών εκρήξεων.


Η εργασιακή σχέση στην εκπαίδευση


Θα επαναλάβουμε μερικές από τις θέσεις μας που αποτελούν αναφορά στα χρόνια που πέρασαν από την απόφαση του 2001 και θεωρούμε ότι εμπλουτίστηκαν από τις εμπειρίες που είχαμε.
Την διπλή ιδιότητα του εκπαιδευτικού ως εργαζόμενου και παιδαγωγού.
Θέση που διακρίνει τη δική μας προσέγγιση από τις προσεγγίσεις περί «λειτουργών», κλασική αστικορεφορμιστική θέση της «παλιάς» σχολής αλλά και την προσέγγιση περί «επαγγελματιών» της «νέας» σχολής που εκπροσωπούν οι σημερινές κυρίαρχες πολιτικές της προσαρμογής της εκπαίδευσης στις ανάγκες του κεφαλαίου.
Την πρόταξη της ιδιότητας του εργαζόμενου στην πάλη που διεξάγουμε.
Όμως (προσοχή εδώ) η παράλληλη ιδιότητα του εκπαιδευτικού ως παιδαγωγού του συστήματος αποτελεί την ιδιοτυπία της εργασιακής σχέσης του εκπαιδευτικού γιατί ακριβώς αυτή είναι που τον κάνει να σχετίζεται με τα παιδιά του λαού και των εργαζόμενων, την νεολαία και τους μικρούς μαθητές (πχ νέα βιβλία, ταξικοί φραγμοί, συνθήκες σπουδών, ιδεολογική πειθάρχηση).
Με αυτή την έννοια, όταν προτάσσεται η ιδιότητα του εργαζόμενου η πρόταξη αυτή δεν μπορεί να πάρει απλά τον χαρακτήρα που έχει η υπεράσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και των εργασιακών δικαιωμάτων σε οποιοδήποτε άλλο εργασιακό χώρο ακόμα και στους όμορους εργασιακούς χώρους της υγείας ή της κοινής ωφέλειας.
Κι αυτό για τον εξής λόγο: Σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη για τα πράγματα το… μισό της επίθεσης που ξετυλίγεται στον κλάδο, έχει στόχο τους μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί είναι ο άμεσος ιμάντας μεταβίβασης της κρατικής πολιτικής στην εκπαίδευση, είναι δηλαδή ο άμεσος φορέας περάσματος των μέτρων ενάντια στη μαθητική νεολαία. Το «σπάσιμο», η διάλυση του κινήματος, η εξατομίκευση και η εμπέδωση κλίματος ήττας και υποταγής στους εκπαιδευτικούς είναι απαραίτητοι όροι για το πιο αποτελεσματικό πέρασμα της υλικής αλλά και ιδεολογικής επίθεσης στα δικαιώματα των μαθητών.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια εξ αντικειμένου «κοινή πολιτική βάση» με τις μαθητικές διεκδικήσεις και πρέπει να προβάλλεται ως επιπλέον στοιχείο «ευθύνης» του κινήματός μας απέναντι στον εργαζόμενο λαό και τα παιδιά του.

Γι αυτό και σωστά τοποθετήθηκε στο επίκεντρο της πάλης που διεξάγουμε (ή καλύτερα καλούμε να διεξαχθεί και διεξάγουμε όπου και όσο μπορούμε) ο αγώνας ενάντια στον έλεγχο του εκπαιδευτικού σώματος, δηλαδή στην χειραγώγηση και την πειθάρχηση του εκπαιδευτικού.
Ακόμα… ορθότερα, πολύ καλά κάνουμε και καλούμε για την υπεράσπιση των ελευθεριών έκφρασης και δράσης στα σχολεία.
Αυτό διακρίνει την προσέγγισή μας από τις «εκπαιδευτικοκεντρικές» (δικός μας νεολογισμός που βλέπουμε να τον χρησιμοποιούν και άλλοι) προσεγγίσεις που δίνουν αυτονομία στον παιδαγωγικό ρόλο του εκπαιδευτικού.

Σωστά αντιπαραθέσαμε στο κενό περιεχομένου έως αντιδραστικό σύνθημα της «παιδαγωγικής αυτονομίας» την πάλη για τις ελευθερίες και τούτο δεν αποτελεί έναν ακόμη βυζαντινισμό της ιδεολογικής αντιπαράθεσης των σχημάτων της αριστεράς στο χώρο της εκπαίδευσης αλλά θέση με πρακτικό αντίκρισμα.
Για αυτό και όταν ασχολούμαστε με την «παιδαγωγική» πλευρά, αυτή μας η ενασχόληση εύκολα υποτάσσεται στον πολιτικό αγώνα που διεξάγουμε.
Γι αυτό και ο λόγος μας μπορεί να στερείται στοιχείων και επεξεργασίας (φυσικά και δεν αναζητούμε άλλοθι, πάσχουμε στον τομέα αυτό) αλλά παρόλα αυτά είναι μεστός, εύστοχος και προκαλεί το ενδιαφέρον (πχ η ενδιαφέρουσα δουλειά των συντροφισσών για τα νέα βιβλία , όπου τη διαδώσαμε έστω και με τον ερασιτεχνικό τρόπο, χωρίς δηλαδή το Δελτίο, έκανε εντύπωση).

Συνεχίζοντας στον παραπάνω καμβά, ο χώρος ζύμωσης και συζήτησης για μια τέτοια άποψη και προσέγγιση δεν μπορεί παρά να είναι οι χώροι δουλειάς, πολύ απλά τα σχολεία. Και με βασικό στόχο τη «μεταφορά» της συζήτησης αυτής στο σωματείο και, άρα, τη μετατροπή της σε συλλογικό αγώνα.
Θεωρούμε, δηλαδή, τους συλλόγους διδασκόντων ένα μόνο κομμάτι αυτής της δουλειάς και παρέμβασης κάθε άλλο παρά προνομιακό, αφού αποτελεί μέρος της διοικητικής μηχανής (είναι άλλο πράγμα η στάση μας εκεί μέσα και το πόσο θα τους χρησιμοποιήσουμε).
Στα χρόνια που πέρασαν, η διάσταση της δικής μας προσέγγισης με εκείνης των συνδικαλιστικών ηγεσιών ακριβώς στο ζήτημα αυτό πήρε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (ευέλικτη ζώνη, «αναπλήρωση» κλπ). Δεν εννοούμε, ασφαλώς, ότι δε χρησιμοποιούμε την παρέμβαση στους συλλόγους διδασκόντων για να προβάλουμε συνδικαλιστικές απόψεις, για να συζητήσουμε με τους συναδέλφους, για να αντιμετωπίσουμε κρούσματα διευθυντικών αυθαιρεσιών ή και για να μπλοκάρουμε την εφαρμογή αντιδραστικών κυβερνητικών μέτρων. Αλλά για μας, η παρέμβαση στους συλλόγους διδασκόντων έχει συγκεκριμένα όρια (που καθορίζονται από την ίδια τη φύση τους να ρυθμίζουν την «εύρυθμη λειτουργία του σχολείου») και με κανένα τρόπο δεν υποκαθιστά την ανάγκη ανασυγκρότησης του συνδικαλισμού, του σωματείου δηλαδή.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι κατακτήσεις μας στο επίπεδο του σχολείου είναι αντανάκλαση ενός παλιότερου συσχετισμού και των αγώνων που έχουν γίνει όλα τα χρόνια απ’ την μεταπολίτευση και μετά τόσο για τα ιδιαίτερα ζητήματα του κλάδου όσο και γενικότερα. Απεργίες διάρκειας, νεολαιϊστικα κινήματα, αντιπολεμικά – αντιϊμπεριαλιστικά κινήματα κλπ. Χωρίς να υποτιμάμε την προσωπική στάση –ίσα ίσα, το αντίθετο- η κατάσταση που θα επικρατήσει μαζικά στα σχολεία (πειθάρχηση-εντατικοποίηση ή όχι) θα κριθεί κύρια από τους γενικότερους συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν με βάση την απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων. Με λίγα λόγια κάποια σχολεία μπορεί να είναι παράδειγμα, όμως η επίδραση στο κλίμα και τους όρους δουλειάς των υπόλοιπων σχολείων θα κριθεί σε συνδικαλιστικό επίπεδο.
Συνεπώς παρεμβαίνουμε καθημερινά σε κάθε σχολείο για να συζητήσουμε και για να υπερασπίσουμε μαχητικά τα εργασιακά μας δικαιώματα τόσο απέναντι στην χειραγώγηση του εκπαιδευτικού όσο και στην εργασιακή του υποβάθμιση (που το θεωρούμε ένα και το αυτό). Και προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την παρέμβαση αυτή για να εξυπηρετηθεί ο κρίσιμος στόχος, αυτός της πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η παρέμβασή μας είναι μια παρέμβαση επίσης ενάντια στις άθλιες συνθήκες δουλειάς και σπουδών (ταυτίζονται τα δύο) που όλο και χειροτερεύουν στα σχολεία σα συνέπεια των περικοπών και του φορτώματος της κρίσης στις πλάτες των γονιών-εργαζομένων, εκπαιδευτικών, νεολαίας-μαθητών.
Όμως (και εδώ θέλει προσοχή) το κίνημα των εκπαιδευτικών αν και θα επιδιώξει τη συμπαράταξη και τις κοινωνικές συμμαχίες με γονείς-εργαζόμενους και νεολαία-μαθητές δεν θα δώσει αυτή τη μάχη εγκαταλείποντας το κύριο πεδίο της δικής του παρέμβασης, δηλαδή τα σχολεία και τα πρωτοβάθμια εργασιακά σωματεία.
Ούτε πάλι μπορεί να υποκαταστήσει τα κοινωνικά υποκείμενα των εργαζόμενων πολιτών ή των μαθητών στους δικούς τους αγώνες (που φυσικά το αφορούν και εν πολλοίς είναι και δικοί του αγώνες).
Ούτε πάλι θα βάλει «στο ζύγι» τα εργασιακά του δικαιώματα και τις κοινωνικές ανάγκες γονιών-μαθητών από την άλλη (ολοήμερο, διευρυμένο ωράριο νηπιαγωγών κλπ). Είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Δεν πρέπει να περάσει η λογική του «υπόλογου» απέναντι στους «χρήστες υπηρεσιών» που προωθεί η κυρίαρχη γραμμή και πολλές φορές συναντάμε την αριστερή παραλλαγή της.
Αυτόν τον «κοινωνικό αυτοματισμό» πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε. Πρόκειται για ένα νέο στοιχείο της κατάστασης στα σχολεία που δεν το αντιμετωπίζαμε παλιότερα.
Το σημειώνουμε αυτό γιατί πολλές φορές οι κοινωνικές συμμαχίες χρησιμοποιήθηκαν ως άλλοθι για να μην κάνει το κίνημα ότι όφειλε να κάνει πρώτα-πρώτα στον εργασιακό του χώρο δηλαδή λειτούργησαν σα φυγή προς τα μπρος (π χ η «Πρωτοβουλία νηπιαγωγών» στη Αθήνα, ή το πώς δόθηκαν –ή… δε δόθηκαν- απαντήσεις στο ζήτημα των κενών και των συμπτύξεων τμημάτων, υπερωριών κλπ).

Το κίνημα των εκπαιδευτικών είναι πρωτίστως ένα συνδικαλιστικό κίνημα και όχι κίνημα κοινωνικής παρέμβασης.
Άλλο θέμα είναι η επιδίωξη οικοδόμησης του πανεκπαιδευτικού μετώπου τόσο σε κεντρικότερα όσο και σε λιγότερο κεντρικά και περισσότερο τοπικά ζητήματα (στεγαστικό, κεραίες, πυλώνες κλπ).
Το εκπαιδευτικό κίνημα είναι ένα κίνημα εργαζομένων στην εκπαίδευση ταγμένο όχι να «προτείνει λύσεις» στην κυβέρνηση ή στη διοίκηση γενικότερα αλλά να προωθεί πριν απ` όλα και πάνω απ` όλα τα δίκαια αιτήματα του (πχ η αντιμετώπιση των κενών, το στεγαστικό ζήτημα και άλλα ζητήματα που γεννά η πολιτική των περικοπών κλπ).
Στην πραγματικότητα υπάρχει ένα πολύ ευρύ πεδίο παρέμβασης όπου το εκπαιδευτικό κίνημα μπορεί να έχει ακόμα λόγο και τρόπο να δηλώνει την παρουσία του με την προϋπόθεση πως δεν θα λειτουργεί στη λογική των «υπεύθυνων» θεσμικών λύσεων δηλαδή ως «συνομιλητής» της διοίκησης.
Κατά τα άλλα το κίνημα των εκπαιδευτικών αγωνίζεται για όλο το «πακέτο» αιτημάτων και διεκδικήσεων που αγωνίζονται και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες και τις συγκεκριμένες κατακτήσεις του κλάδου (μισθολογικά, ασφαλιστικό, περίθαλψη κλπ).


Η σημερινή εικόνα των μαζικών χώρων

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του εκπαιδευτικού κλάδου είναι η ενιαία εικόνα που παρουσιάζει και που κάνει τη παρέμβαση σε αυτόν να έχει κάποια «φοιτητικά χαρακτηριστικά» αν μπορούσαμε να το πούμε έτσι.
Φυσικά αυτό το «ενιαίο» βρίσκεται στο στόχαστρο της επίθεσης του συστήματος και πρόκειται να απειληθεί στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον («αποκέντρωση», τοπικά προγράμματα, «πολλαπλό» βιβλίο κλπ) Η επίθεση αυτή για λόγους κοινωνικούς και ιστορικούς (και φυσικά εξαιτίας και της παρουσίας του κινήματος) δεν είναι εύκολο να επεκταθεί και να επιβληθεί. (κάτι τέτοιο καθόλου δεν σημαίνει πως δεν θα επιχειρηθεί όταν κριθεί πως μπορούν να το επιχειρήσουν).
Μια άλλη θετική ιδιαιτερότητα των εκπαιδευτικών μαζικών χώρων είναι ότι απολαμβάνουν μια εργασιακή και συνδικαλιστική δημοκρατία που πλέον αποτελεί δυσεύρετο είδος σε άλλους εργασιακούς χώρους του δημόσιου και πολύ περισσότερο στον ιδιωτικό τομέα. Και σ` αυτό το σημείο όμως κάθε άλλο παρά μπορεί να επαναπαύεται κανείς αφού η κακόφημη αξιολόγηση συνοδεύεται από τον περιορισμό των συνδικαλιστικών ελευθεριών τόσο έμμεσα όσο και άμεσα (ήδη το προανάκρουσμα αυτής της επίθεσης γίνεται ορατό μέσα από κρούσματα απανωτών αυταρχισμών).
Θα προσθέταμε ακόμα ότι οι εκπαιδευτικοί εργασιακοί χώροι γίνονται υποδοχείς του πλεονάσματος (ή του ελλείμματος) της κατάστασης στο Πανεπιστήμιο και στο φοιτητικό κίνημα.
Κάτι τέτοιο ήταν έκδηλο με την πρώτη (περισσότερο) και τη δεύτερη (λιγότερο) γενιά της μεταπολίτευσης και στους αγώνες εκείνων των περιόδων, σε συνδυασμό πάντα με το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα.

Είναι πάντως γεγονός ότι από τα Πανεπιστήμια θα «ξεβράζεται» ριζοσπαστισμός στους εργασιακούς χώρους της εκπαίδευσης καθώς η εξέγερση της νεολαίας θα βάλει και σε τούτο το σημείο την σφραγίδα της στους νέους συναδέλφους που έρχονται προετοιμασμένοι ν` αγωνιστούν. Όπως βέβαια θα φέρουν και τα αδιέξοδά τους, τα μηδενικά δικαιώματα, την προετοιμασία στην εξαθλίωση (που είναι κακός σύμβουλος για το κίνημα και δεν οδηγεί μαθηματικά στην εξέγερση), την άγνοια των διαδικασιών.
Το τι θα κυριαρχήσει δεν είναι αποτέλεσμα κοινωνιολογικής ανάλυσης περί γενεών αλλά εξαρτάται από την πόσο η συσσωρευμένη αυτή αγανάκτηση θα βρει έκφραση.

Ποια είναι η εικόνα των οργάνων και των συνδικαλιστικών χώρων του κλάδου; Σε μια πρώτη ανάγνωση απογοητευτική, σε μια δεύτερη όμως ανάγνωση, ενδιαφέρουσα και αντιφατική:

Ψ Διάλυση των συνδικαλιστικών διαδικασιών. Οι Γενικές Συνελεύσεις απλά δε γίνονται, σπάνια έχουν απαρτία. Τα όργανα ΔΣ πολλές φορές δεν συνεδριάζουν είτε συνεδριάζουν σπάνια και διεκπεραιωτικά. Η επαφή των «συνδικαλιστών» έχει αφεθεί στις νέες τεχνολογίες και ο κόσμος βλέπει το…παράξενο είδος του συνδικαλιστή δια ζώσης, μόνο την προεκλογική περίοδο (καμιά φορά ούτε τότε).
Ψ Έχουν ατονήσει και οι πολιτικές διαδικασίες. Για πρώτη φορά εκδηλώνεται σε τέτοια έκταση η αντίφαση ανάμεσα στην εκλογική αύξηση των διάφορων σχημάτων της αριστεράς και στην οργανωτική αποδυνάμωση του χώρου. Το κινητοποιήσιμο δυναμικό είναι από κάθε άλλη εποχή μικρότερο.
Ψ Από την άλλη η τάση αποδέσμευσης του κόσμου από τις κυρίαρχες πολιτικές εκφράζεται και στην εκπαίδευση. Αυξάνεται αρχικά το «ακροατήριο» και στην πορεία η διαθεσιμότητα των συναδέλφων να αγωνιστούν ειδικά για θέματα αιχμής όπως έδειξαν οι δύο πρωτοβουλίες νηπιαγωγών στη Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικό, επίσης, δείγμα των πραγματικών διαθέσεων ήταν η στάση των καθηγητών απέναντι στην εγκύκλιο «προγραμματισμού» του ΥΠΕΠΘ. Η μαζική τους απροθυμία να «στοιχιστούν» ανάγκασε και τις παρατάξεις και την ΟΛΜΕ να αλλάξουν την αρχική τους στάση και να τοποθετηθούν πιο καθαρά ενάντια στην εγκύκλιο.
Ψ Πέρα όμως από τη διαθεσιμότητα, δειλά στην αρχή (πιστεύουμε πολύ πιο έντονα στη συνέχεια - όσο η επίθεση θα ξετυλίγεται) παρατηρείται και ένα άλλο «φαινόμενο»: Τα μέλη των συλλόγων και των ΕΛΜΕ μπορεί να μην πατάνε στις συνελεύσεις, όμως αυξάνεται η… ζήτηση για συλλογική κάλυψη και η αναζήτηση των συλλογικών οργάνων για μια σειρά ζητήματα που δημιουργούνται από τη διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση στα σχολεία.
Ψ Ο κόσμος έχει ήδη να ψάχνει τους συλλόγους. Μάλιστα κάτω από αυτόν τον μαύρο συσχετισμό και μέσα στο καθεστώς της διάλυσης των μαζικών διαδικασιών παρουσιάστηκαν αρκετές περιπτώσεις σε σχολεία και εκπαιδευτικές περιφέρειες που με την πίεση του κόσμου και με στοιχειώδη λειτουργία των οργάνων, επιτεύχθηκαν νίκες. Μικρές αλλά με αξία.
Ψ Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι επειδή δεν υπάρχει πολιτικός φορέας που να θέλει ή να μπορεί να εκφράσει την οργή του κόσμου και να την οδηγήσει σε αγωνιστική κατεύθυνση, οι πραγματικές διαθέσεις του κόσμου εκφράζονται με ένα «βουβό» τρόπο. Ας θυμηθούμε την απαισιοδοξία που υπήρχε τις δυο πρώτες μέρες της πολυήμερης απεργίας των δασκάλων που κατέληξε σε μια από τις μεγαλύτερες απεργίες των τελευταίων χρόνων και «εγκλώβισε» σε μεγάλο βαθμό τις συνδικαλιστικές ηγεσίες.
Ψ Να προσθέσουμε ακόμη πως ο χώρος της εκπαίδευσης είναι από τη μοίρα του «ταγμένος» να βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλων αναταράξεων και έχει ειδικό βάρος στην συγκεκριμένη ελληνική κοινωνία (η «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» αποτελεί υψηλή προτεραιότητα του συστήματος).
Ψ Αυτό όχι μόνο για ιστορικούς λόγους. Στην Ελλάδα, συγκεκριμένα, η ιδιαίτερη φύση της οικονομίας η ανυπαρξία σοβαρής παραγωγικής βάσης αλλά και τα όρια που επιβάλλουν τα ιμπεριαλιστικά κέντρα που έχουν «λόγο» στη χώρα καθορίζουν και το πολύ περιορισμένο πλαίσιο του συστήματος στη δυνατότητα να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα εκπαιδευτικά πλάνα αλλά και να εξασφαλίζει στοιχειώδη συναίνεση στην επίθεση που εξαπολύεται (και) στην εκπαίδευση.


Η δυνατότητα νικηφόρων αγώνων και οι αλλαγή των συσχετισμών

Κάτω από το βάρος της καταιγιστικής επίθεσης του συστήματος αλλά και των δυσκολιών που συναντά το κίνημα (όχι μόνο στους χώρους της εκπαίδευσης) έχει σχεδόν παγιωθεί σε μεγάλο κομμάτι του κόσμου μια λογική ηττοπάθειας και ματαιότητας σε σχέση με τη δυνατότητα ανάπτυξης νικηφόρων αγώνων. Μια λογική παραλυτική όχι μόνο για το πλατύ δυναμικό των ανένταχτων συναδέλφων αλλά και για παρατάξεις που υποτίθεται πίνουν νερό στο όνομα του κινήματος και των αγώνων.
Κάποιοι, μάλιστα, μεταθέτουν τη δυνατότητα νίκης σε ένα (απροσδιόριστο) μέλλον όπου «θα έχουν αλλάξει οι συσχετισμοί», αλλά μέχρι τότε, τι; Η άποψη αυτή είναι στην ουσία της μεταφυσική για τον απλό λόγο ότι οι συσχετισμοί δεν αλλάζουν από την επίκληση της αναγκαιότητας αυτής. Αλλάζουν –από και μέσα- στους αγώνες, εκεί που πραγματικά εξελίσσεται όχι ή… ζύμωση και προπαγάνδα αλλά η ταξική πάλη. Το εντυπωσιακά αντιφατικό είναι ότι οι ίδιες αυτές απόψεις που δεν πιστεύουν στις δυνατότητες του κινήματος κατά τα άλλα πλειοδοτούν σε βιασύνες… αντεπιθέσεων και σε υποτίμηση της αναγκαιότητας αντίστασης στην επίθεση του αντιπάλου.

Για μας είναι καθαρό… Χωρίς να υποτιμάμε τις δυσκολίες, χωρίς να βιαζόμαστε, χωρίς να υποτιμάμε την ωμότητα και τους μηχανισμούς του συστήματος, λέμε καθαρά: ΝΑΙ, μπορούν ΣΗΜΕΡΑ, σε αυτούς τους δυσμενείς συσχετισμούς να υπάρξουν νικηφόροι αγώνες σε μικρά και μεγάλα ζητήματα που αφορούν τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου που πλήττεται από την επίθεση. ΜΕΣΑ σε αυτούς τους αγώνες μαθαίνει ο κόσμος που αγωνίζεται, μαθαίνουμε και εμείς για να βρεθούμε όλοι σε θέση μεγαλύτερης πολιτικής ωριμότητας την επόμενη μέρα.
Αλλωστε, το άγχος του συστήματος να διαμορφώσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο –στην ουσία να βγάζει εκτός νόμου- όποιον αντιστέκεται, δείχνει ότι αυτό φοβάται πολύ περισσότερο απ’ όσο θέλει να δείχνει. Η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση που ουσιαστικά επιβάλλει στα δικαστήρια να βγάζει τις απεργίες (για τις οποίες έχουν γίνει προσφυγές) παράνομες και καταχρηστικές είναι ενδεικτική. Το ίδιο ενδεικτική είναι και η καταδίκη συνδικαλιστή σε 10 (!) μήνες φυλάκιση επειδή μοίραζε προκήρυξη όπου καταγγέλλονταν οι συνθήκες δουλειάς σε φροντιστήριο και μια απόλυση εργαζομένου.

Στόχοι – κατευθύνσεις


Ενάντια στη λιτότητα: Η αναγκαιότητα κινήματος για πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις ενάντια σε λογικές επαιτείας – επιδομάτων κλπ
Για την υπεράσπιση των κατακτήσεων στην ασφάλιση και την περίθαλψη: Ενάντια σε όλους τους αντιασφαλιστικούς νόμους και στη λογική της «ανταποδοτικότητας» των ταμείων. Υπερασπιζόμενοι τη διεκδίκηση «ασφάλιση – περίθαλψη για όλο το λαό».
Για την υπεράσπιση των ελευθεριών στα σχολεία: Ενάντια στην αξιολόγηση – χειραγώγηση και σε όλες τις εγκυκλίους ελέγχου των εκπαιδευτικών. Στο ζήτημα αυτό πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βάση στο ρόλο των σχολικών συμβούλων. Στο ζήτημα αυτό αποδεικνύεται και η ορθότητα της θέσης μας ότι θα ήταν ένας από τους βασικούς διαύλους εφαρμογής μέτρων αξιολόγησης και ελέγχου.
Ενάντια στην ανεργία - εργασιακή ανασφάλεια: Με βασική λογική ότι «δε θα πληρώσουμε τις συνέπειες της πολιτικής τους» υποστηρίζουμε σταθερά το αίτημα για «μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους»
Για την υπεράσπιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας και των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών: Στην κατηγορία αυτή ανήκει ένα σύνολο ζητημάτων. Από την αντίθεση στα ΣΔΙΤ, στη βάση του 10, στα νέα αναλυτικά προγράμματα, την κατάργηση επαγγελματικών δικαιωμάτων των μαθητών των ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ, τα μέτρα ιδιωτικοποιήσεων, τη δημιουργία ενός πολυπλόκαμου μηχανισμού «πτυχίων»-επιμορφώσεων-πιστοποιήσεων εντός και εκτός του ΥΠΕΠΘ, την ένταση της κατηγοριοποίησης σχολείων και εκπαιδευτικών.

Πως προχωράμε;

1. Το πεδίο της παρέμβασής μας δεν μπορεί να είναι άλλο από τα ζητήματα – προκλήσεις – αναγκαιότητες που θέτει η ίδια η πραγματικότητα, η επίθεση του συστήματος και η ταξική πάλη. Ισως αυτό να είναι ευνόητο, αλλά είναι –δυστυχώς- αναγκαίο να επισημανθεί καθώς, την περίοδο που διανύουμε, διάφορες εκδοχές που αναφέρονται στην αριστερά επιλέγουν την «αναχώρηση» από τα πραγματικά προβλήματα σε κάποιες θεωρητικές (υποτίθεται… οραματικές) σφαίρες. Θα θυμίσουμε εδώ τη γνωστή φράση ότι μια μέρα αγώνων αξίζει περισσότερο από μια χούφτα προγράμματα.
2. Η αντίθεση σε λογικές ανάθεσης, υποταγής στις ηγεσίες των ΔΟΕ-ΟΛΜΕ και εκλογομανίας πρέπει να μην είναι (και ευτυχώς μέχρι τώρα δεν είναι) μόνο ευχολόγιο. Πρέπει με έμπρακτο τρόπο να συνεχίσουμε να διευκολύνουμε την πλατιά συμμετοχή εκπαιδευτικών σε επιτροπές αγώνα και σε ό,τι μορφές κρίνουμε ότι εξυπηρετούν το σκοπό αυτό. Ακόμα και αν άλλες δυνάμεις δε συνεπικουρούν ή ακόμα και σαμποτάρουν τέτοιες πρωτοβουλίες, εμείς πρέπει να επιμείνουμε στην πλατιά απεύθυνση στους εκπαιδευτικούς – ακόμα και αν είμαστε μόνοι μας.
3. Παρά τις δυσκολίες που συναντάμε στις προσπάθειές μας να δράσουμε από κοινού με άλλους, πρέπει να επιμείνουμε στο δίπολο ενότητα και πάλη ή, αλλιώς, κοινή δράση – ανέβασμα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
4. Οι δυνάμεις που συσπειρώνουν οι Αγωνιστικές Κινήσεις Εκπαιδευτικών μπορεί να μην είναι μεγάλες αλλά δεν είναι και αμελητέες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτές οι δυνάμεις συνέβαλαν (και πατώντας ασφαλώς στις διαθέσεις του κόσμου) στο –σε μεγάλο βαθμό για την ώρα- μπλοκάρισμα του προγραμματισμού στη Β’Βάθμια, όταν η ΟΛΜΕ έβρισκε ότι αυτός κινείται σε… θετική κατεύθυνση. Αντίστοιχα θετικά αποτελέσματα (σε ζητήματα που αναδείξαμε εμείς) υπήρξαν στην Πρωτοβάθμια στη Θεσσαλονίκη, στη Δευτεροβάθμια σε Χανιά, Πειραιά και Σάμο.
5. Με βάση τα παραπάνω, οι πρωτοβουλίες που παίρνουμε δεν πρέπει να «βαραίνουν» από το δυσμενή συσχετισμό, αλλά αντίθετα να παίρνουν ώθηση από τις πραγματικές ανάγκες αλλά και δυνατότητες.
6. Σε κάθε περίπτωση, ένα βασικό ζήτημα της φυσιογνωμίας μας (που –δυστυχώς- μας διαχωρίζει από όλους τους άλλους) είναι η αδιαπραγμάτευτη εμπιστοσύνη που διαθέτουμε στον κόσμο που αγωνίζεται, στο κίνημα δηλαδή. Το στοιχείο αυτό φέρνει ως φυσική συνέπεια:
Ψ τη στήριξη πρωτοβουλιών βάσης –πέρα από την αιχμαλωσία των αρνητικών συσχετισμών στα συνδικαλιστικά όργανα-,
Ψ την αποχή από τα όργανα συνδιοίκησης,
Ψ την «άνεση» που νιώθουμε σε μαζικές κινητοποιήσεις (και ας είμαστε μια μικρή μειοψηφία σε αυτές),
Ψ την αντίληψη που έχουμε ότι τα συνδικαλιστικά σχήματα υπάρχουν για να υπηρετούν το κίνημα και τις ανάγκες των εργαζομένων και όχι το αντίθετο.


Αντί επιλόγου

Το σίγουρο είναι ότι η περίοδος εγκυμονεί εντατικά. Εγκυμονεί κινδύνους αλλά και δυνατότητες. Βαρύ κλίμα αλλά και ανατροπές. Στην περίοδο αυτή όποιος συνεχίζει να ανησυχεί, όποιος συνεχίζει να έχει εμπιστοσύνη στον αγώνα, όποιος προσέχει κάθε στιγμή να είναι σε αυτή την «πλευρά της όχθης», όποιος έχει τα μάτια και τα αυτιά του ανοιχτά να ανιχνεύσει τις διεργασίες που γίνονται –ίσως «βουβά»- στην κοινωνία και στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όποιος τα κάνει αυτά, θα μπορέσει να έχει τη δική του συμβολή στην υπόθεση της δουλειάς, των δικαιωμάτων της ίδιας της ζωής των εργαζομένων – ενάντια στην κλιμακούμενη βαρβαρότητα της εποχής μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: