Αχτίδες
φωτός μέσα στο σκοτάδι! Στις 25 Αυγούστου, με μεγάλη καθυστέρηση από τη θετική
απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η συναγωνίστρια Χρύσα Χοτζόγλου παρέλαβε
την απόφαση της υπουργού για τη λήξη της δυνητικής αργίας, η οποία της είχε
επιβληθεί με πολιτική απόφαση του πρώην υπουργού Παιδείας, παρά την αντίθετη
γνωμοδότηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Παράλληλα, και κάτω από την πίεση του
κινήματος ενάντια στις συνδικαλιστικές διώξεις, είχαμε τις αθωωτικές αποφάσεις
για τη συμμετοχή στην απεργία-αποχή από την αξιολόγηση και για τη συμμετοχή σε
διαδήλωση την περίοδο της πανδημίας.
Πρόκειται,
αναμφίβολα, για σημαντικές νίκες και δικαίωση, τόσο για τους συναγωνιστές και
τις συναγωνίστριες όσο και συνολικά για τον κλάδο. Αποτελούν δικαίωση της
επιμονής στην άποψη ότι οι νίκες απαιτούν αγώνες, ενάντια στη δηλωμένη
προσπάθεια της κυβέρνησης και του συστήματος να επιβάλουν απολύσεις στο Δημόσιο
για συνδικαλιστικούς -και όχι μόνο- λόγους, ενάντια στο χτύπημα του δικαιώματος
στην απεργία και την ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας. Αλλά και κόντρα στη λογική
του συμβιβασμού, των «θεσμικών» διαπραγματεύσεων, της ηττοπάθειας και της
υποταγής.
Με αυτές,
λοιπόν, τις παρακαταθήκες και την εμπειρία που κατακτήθηκε, θα αναμετρηθούμε με
τη βάρβαρη πολιτική που είναι σε πλήρη εξέλιξη.
Ο
συνδικαλισμός των «αγώνων του σαλονιού» και ο συνδικαλισμός του πραγματικού
αγώνα
Ο κυβερνητικός και ρεφορμιστικός συνδικαλισμός αντιμετωπίζει
το σωματείο ως θεσμικό εργαλείο διαμεσολάβησης και διαπραγμάτευσης μεταξύ
εργαζομένων και εργοδότη, με δηλωμένο στόχο τη βελτίωση της θέσης τους, των
μισθών τους και των συνθηκών εργασίας. Προμετωπίδα του είναι η αναζήτηση
«λύσεων» στη λογική της «τακτοποίησης», της ταξικής συνεργασίας για την
άμβλυνση της αντιπαράθεσης, είναι η χρεοκοπημένη λογική της «συνδιοίκησης» με
την εργοδοσία. Ξεκινάει από μια απόλυτα αβάσιμη και εξωπραγματική αντίληψη ότι
οι εκπαιδευτικοί και το υπουργείο, οι εργαζόμενοι και η κυβέρνηση μπορούν να
καθίσουν στο «κοινό τραπέζι του διαλόγου», αναζητώντας «κοινές λύσεις»,
καταθέτοντας «τεκμηριωμένες», «επεξεργασμένες», «ρεαλιστικές» και
«κοστολογημένες» προτάσεις «κοινής κοινωνικής ωφέλειας». Μια λογική που
σταδιακά οδήγησε στον εκφυλισμό της έννοιας του συνδικαλισμού και των αγώνων,
σε απανωτές ήττες και στο πέρασμα μεγάλου μέρους της αντιδραστικής πολιτικής
στα σχολεία και την κοινωνία.
Τα ίδια τα μέλη των σωματείων αντιμετωπίζονται
ως εφεδρεία που «θα πιέσει όποτε χρειαστεί», ως ψηφοφόροι που αναθέτουν την
επίλυση της «ασυμφωνίας» στις εκλεγμένες ηγεσίες. Η λογική αυτή βρίσκει
πρόσφορο έδαφος στη λειτουργία των ομοσπονδιών ΟΛΜΕ-ΔΟΕ-ΑΔΕΔΥ (ενώ η ΓΣΕΕ… βγάζει
μάτι), αλλά και πολλών πρωτοβάθμιων σωματείων, ΕΛΜΕ και ΣΕΠΕ. Για τον συνδικαλισμό
της ανάθεσης οι συσχετισμοί αποτυπώνονται στην όποια εκλογική καταγραφή και όχι
στη δυναμική του αγώνα, στις γενικές συνελεύσεις, τις κινητοποιήσεις και την
καθημερινή αγωνιστική προσπάθεια του κόσμου
Ο συνδικαλισμός
του «ρεαλισμού» (δηλαδή, της ηττοπάθειας) απευθύνει ερωτήματα σαν… εταιρεία δημοσκοπήσεων:
«Μπορούμε, συνάδελφοι; Αντέχουμε να απεργούμε;», επικεντρώνοντας στο κόστος και
στις συνέπειες του αγώνα. Αποζητάει «λαϊκή υποστήριξη» στην υποταγή! Όσο για
τους συσχετισμούς που «ανατρέπονται στις κάλπες», πρόκειται για μια… κάλπικη
ανατροπή χωρίς αγωνιστικό-διεκδικητικό αντίκρισμα. Ακριβώς, επειδή, αυτός ο
συσχετισμός δεν προέκυψε από τους αγώνες αλλά από την απόγνωση που προκαλεί η
απουσία αγώνων. Ενισχύοντας έναν συνδικαλισμό του «σαλονιού» μακριά από τις
πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων. Όσο οι «εκλογικές επιτυχίες» και οι
«πρωτιές» δεν συνάδουν με τη ζοφερή πραγματικότητα, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για
ψεύτικες νίκες και άσφαιρους πανηγυρισμούς, ενώ η «ταξική» ρητορική επιχειρεί
να συγκαλύψει την οπισθοχώρηση και τη δεξιά μετατόπιση.
Η μάχη ενάντια στην αξιολόγηση και τις διώξεις έχει
«κερδηθεί» ή είναι «χαμένη» κατά το δοκούν. Σταχυολογούμε χαρακτηριστικές
εκφράσεις: «Η κυβέρνηση έχει φάει τα μούτρα της». «Έχουμε ακυρώσει τα
σχέδια της κυβέρνησης στην πράξη». «Οι νόμοι μένουν στα χαρτιά». «Δεν υπάρχουν
πλέον διώξεις, έχουν μπει στο αρχείο». «Οι απειλές της κυβέρνησης πέφτουν στο
κενό». «Το σωματείο κάνει ό,τι μπορεί και παραπάνω». Αλλά και: «Δε διαφωνούμε από θέση αρχής με
την αξιολόγηση». «Οι διώξεις -που δεν υπάρχουν- τρομάζουν τον κόσμο». Όποιος
δεν επιθυμεί μπορεί να κάνει απεργία-αποχή από την αξιολόγηση (σα να πρόκειται
για μια… προσωπική επιλογή και όχι συλλογική απόφαση αγώνα). Ενώ για… «όσους
επιθυμούν αξιολόγηση» - τί να κάνουμε;- είμαστε δημοκράτες!
Κι αφού αφέθηκε απροστάτευτο το 98% του κλάδου
που διαφωνούσε με την αξιολόγηση, τώρα βρίσκεται «υπόλογο» επειδή υποκύπτει
στον αξιολογητή!
Παρόλα
αυτά, η κυβέρνηση δυσκολεύεται να επιβάλει πογκρόμ διώξεων και ποινών, αργίες
και απολύσεις, καθώς και την πλήρη εφαρμογή της αξιολόγησης ως μηχανισμού
πειθάρχησης και απολύσεων. Κι αυτό έγινε κατορθωτό γιατί από άτομα που
υφίστανται ξεχωριστά τις συνέπειες της επίθεσης μετατραπήκαμε σε συλλογικό
υποκείμενο αγώνα. Τίποτα, επομένως, δεν τελείωσε, όπως κρυφά ή φανερά ισχυρίζονται
οι συνδικαλιστικές ηγεσίες.
Σχετικά με την πολιτική των διώξεων: Το ερώτημα
δεν ήταν ποτέ απλώς πώς θα κερδηθεί μια πειθαρχική ή ποινική υπόθεση, πώς δεν
θα τιμωρηθούμε, πώς θα μειώσουμε την ποινή, πώς θα αποφύγουμε τις συνέπειες του
αγώνα. Δεν πρόκειται για μια δικαστική υπόθεση ή διαμάχη. Πρόκειται για μια πολιτική
μάχη που μπορεί και πρέπει να κερδηθεί πολιτικά και ιδεολογικά, συμβάλλοντας
στη συγκρότηση ενός κινήματος πραγματικά έτοιμου για μάχη. Γιατί οι συνέπειες της
πολιτικής τους είναι πάντα μεγαλύτερες από το «κόστος» του αγώνα.
Κανένας πραγματικός αγώνας δεν μπορεί να οριοθετείται
από το πλαίσιο που θέτει ο αντίπαλος. Η επιμονή στη «νομιμότητα», στη
δικαστική δικαίωση, στην «υπηρεσιακή υποχρέωση» έφερε: την αξιολόγηση (κατά
προτίμηση «αντικειμενική και επιστημονική»), την τηλ-«εκπαίδευση» που «είναι
καλύτερη από το τίποτα»», τη συμμόρφωση στη «συνδικαλιστική» νομοθεσία, την εγγραφή
στο μητρώο συνδικαλιστικών οργανώσεων, τις ηλεκτρονικές εκλογές, τον οικονομικό
έλεγχο από το κράτος, τη διεξαγωγή εκλογών με την παρουσία δικαστικών
αντιπροσώπων. Με επιχείρημα να… αναγνωριστεί και να «νομιμοποιηθεί» το σωματείο
και το εκλογικό αποτέλεσμα από το κράτος! Ένας μαχητικός συνδικαλισμός, ωστόσο,
δεν υποτάσσεται στη θεσμική «νομιμοποίηση» και στην «αναγνώριση» από το κράτος.
Η όποια «αναγνώριση» και «νομιμοποίηση» ήταν και είναι πάντα προϊόν ύψωσης και
όχι υποστολής της σημαίας των αγώνων. Αγώνες που δεν είναι «νόμιμοι» ή
«παράνομοι» αλλά δίκαιοι και αναγκαίοι.
Για τον οικονομικό αγώνα: Δε
διεκδικούμε καλύτερους μισθούς και συντάξεις ως ατομικοί καταναλωτές.
Διεκδικούμε ως εργαζόμενοι, για να ζήσουμε με αξιοπρέπεια από τη δουλειά και
τον μισθό μας. Γι’ αυτό διεκδικούμε πραγματικές αυξήσεις που να ανταποκρίνονται
στο κόστος ζωής και όχι έκτακτα επιδόματα και φιλοδωρήματα.
Η διαφορετική αντίληψη για την «ενότητα»: Ιδιαίτερα
χαρακτηριστική είναι η διαφορετική αντιμετώπιση της έννοιας της ενότητας. Όταν
ο καθεστωτικός συνδικαλισμός μιλά για ενότητα, εννοεί την «ενότητα» όλων στην
πλειοψηφία των ΕΛΜΕ-ΟΛΜΕ-ΔΟΕ κ.λπ., σύμφωνα με τα κοινοβουλευτικά ήθη.
Αποκρύπτει, όμως, το περιεχόμενο της ενότητας και πού αυτή οδηγεί. Γιατί
ενότητα στην υποταγή δεν είναι ενότητα. Είναι κάλεσμα υποταγής. Η πραγματική
ενότητα είναι ενότητα αγώνα και κοινής δράσης ενάντια στις δυνάμεις που
επιτίθενται. Οι κατηγορίες που εκτοξεύουν οι υποταγμένες συνδικαλιστικές
ηγεσίες για «διάσπαση» και «επίθεση στο σωματείο» στρέφονται εναντίον όσων
αρνούνται να αποδεχτούν ότι στο όνομα της «ενότητας» πρέπει να διευκολύνεται η
επίθεση του αντιπάλου. Όσο αναγκαία είναι η πλατιά ενότητα και ο συντονισμός
για την προετοιμασία και κατά τη διάρκεια του αγώνα, άλλο τόσο είναι αναγκαία η
σκληρή αντιπαράθεση σε κάθε προσπάθεια που αποπροσανατολίζει, υπονομεύει και
υποτιμάει τη δυνατότητα της μαζικής πάλης.
Η διαφορετική αντίληψη για και το κράτος: Παρά τις
διαβεβαιώσεις ότι το κράτος δεν είναι «ουδέτερος διαχειριστής», δίνουν και
παίρνουν οι αναφορές για ένα δημόσιο και ένα κράτος προς όφελος του λαού και του
τόπου, που θα σεβαστεί τις κοινωνικές ανάγκες αντί τους αντιδραστικούς νόμους.
Η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα δεν γίνεται τόσο επειδή αποτελεί καλύτερο
πεδίο διεκδικήσεων για τον λαό, αλλά μετατρέπεται σε αυτοσκοπό που - με «λαϊκό
έλεγχο»- υποτίθεται ότι θα φέρει την κοινωνική αλλαγή και ανατροπή.
Από πού αντλεί, όμως, τη δύναμή του αυτός ο
καθεστωτικός, στην ουσία, συνδικαλισμός; Η δύναμή του δεν είναι «δική του».
Είναι δύναμη που αντλεί από την κυρίαρχη αστική πολιτική και ιδεολογία, από τα
προνόμια που απολαμβάνει από την εκάστοτε κυβέρνηση και το κράτος. Συνεπώς,
«όσο πιο δεξιά, τόσο πιο καλά». Μέχρι να αναλάβει η αυθεντική δεξιά ή ακροδεξιά,
όπως συμβαίνει όταν υποχωρείς στις απόψεις του αντιπάλου.
«Αγωνίζομαι,
αγωνίζεσαι»… αποφασίζουν ή μαζικός αποφασιστικός αγώνας για τα συμφέροντα του
λαού
Σε
αντίθεση με τα παραπάνω, η ουσία του συνδικαλισμού βρίσκεται στην οργάνωση της
συλλογικής δύναμης και αντίστασης των εργαζομένων. Η όποια διαπραγμάτευση
στηρίζεται στη δύναμη του αγώνα, που θέτει πραγματικούς όρους διαπραγμάτευσης ή
και συνολικής ρήξης. Η απεργία, η διαδήλωση, η αλληλεγγύη, ο συντονισμός μεταξύ
των εργαζομένων είναι συλλογική άρνηση υποταγής και δεν έχουν απλώς
διαπραγματευτική χρησιμότητα. Αποτελούν διαδικασίες ωρίμανσης στην πράξη. Έμπρακτη
συνειδητοποίηση ότι μόνο η συλλογική δύναμη των εκπαιδευτικών και των
εργαζομένων μπορεί να αμφισβητήσει την αντιδραστική και βάρβαρη πολιτική τους.
Συλλογική δύναμη με όλες τις δυνατές μορφές οργάνωσης: τις γενικές συνελεύσεις,
τις επιτροπές και πρωτοβουλίες αγώνα, τις ανοιχτές συνελεύσεις, τα
συντονιστικά, τις συνδικαλιστικές παρατάξεις, τις κινητοποιήσεις των σωματείων
και, προφανώς, τα ίδια τα σωματεία.
Η διάκριση των δύο αντιλήψεων δεν είναι απλώς
θεωρητική. Δεν είναι ζήτημα διαφορετικής τακτικής, αλλά διαφορετικής
αντίληψης για τον συνδικαλισμό. Επηρεάζει το τι θεωρείται «αγώνας», ποιοι
στόχοι τίθενται, ποια μέσα χρησιμοποιούνται, ποιοι θεωρούνται σύμμαχοι, τί
ανοίγει και τί φράζει τον δρόμο και, τελικά, ποια προοπτική αποδίδεται στο ίδιο
το συνδικαλιστικό κίνημα: Του «λαμπρού» επαίτη-διαπραγματευτή ή «όπλο» στα χέρια
του εργαζόμενου λαού, που του ανήκει το μέλλον. Ένα μέλλον που καταστρέφεται με
τις πολιτικές τις φτώχειας, της καταστολής και του πολέμου.
Οι δύο
γραμμές μπορούν να χρησιμοποιούν ακριβώς τις ίδιες λέξεις -«αγώνας», «απεργία»,
«διεκδίκηση», «ενότητα», «νίκη»- αλλά με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Γιατί
αν αποστολή του συνδικαλισμού είναι να δίνει «συμβουλές» και να κάνει
«υποδείξεις» στην κυβέρνηση, οι επιτελικές διαπραγματεύσεις με τον κόσμο στη
γωνία, ο «αγωνιστικός» ρεφορμισμός και ο κατευνασμός του αντιπάλου, ο
«διεκδικητικός» καθωσπρεπισμός και «ρεαλισμός», τότε, ο «φυσικός χώρος δράσης» ενός
τέτοιου «καθεστωτικού» επί της ουσίας συνδικαλισμού είναι κυρίως το υπουργείο
και οι συναντήσεις με τον/την υπουργό και όχι ο δρόμος της αντίστασης, της
διεκδίκησης και του αγώνα. Τότε ακούγονται «κανονικές» αλλόκοτες εκφράσεις, όπως:
«αντί το υπουργείο να…», «η κυβέρνηση πρέπει..» ή «ακούει κανείς στην κυβέρνηση;»
κ.λπ.
Ωστόσο,
ακόμη και αυτός ο συνδικαλισμός υποβάλλεται σε περιορισμούς και κυρώσεις. Όταν
προκηρύσσονται απεργίες, στάσεις εργασίας ή απεργία - αποχή. Σε μια εποχή που
τα συνδικαλιστικά και δημοκρατικά δικαιώματα και οι ελευθερία έκφρασης (π.χ.
υπέρ του παλαιστινιακού αγώνα), επιχειρείται να μπουν στην παρανομία. Με ένα κάθε
φορά αντιδραστικότερο και αυστηρότερο νομικό και πειθαρχικό πλαίσιο.
Οι συνέπειες των δύο γραμμών
Το
σωματεία, όμως, δεν είναι «ντεκόρ» για παρηγοριά, δεν είναι «αποκούμπι» στον
«αναξιοπαθούντα» εκπαιδευτικό και τον «φουκαρά» εργαζόμενο. Τα σωματεία είναι
όπλα οργάνωσης της συλλογικής δύναμης των εργαζομένων, για να μπορούν να
αγωνιστούν, να αντισταθούν, να διεκδικούν και να νικάνε. Ήδη ο συνδικαλισμός
της διαπραγμάτευσης και της υποταγής επιχειρεί να σφετεριστεί τις επιτυχίες του
αγώνα ενάντια στις διώξεις αλλοιώνοντας το περιεχόμενό τους, με νέο κάλεσμα
«ενότητας» σε μια γραμμή που στάθηκε εμπόδιο σε αυτές τις νίκες. Ώστε να
μετατραπούμε ξανά σε θεατές, ψηφοφόροι και χειροκροτητές.
Ωστόσο,
είμαστε αντικείμενο της επίθεσης και μπορούμε να γίνουμε υποκείμενο του αγώνα.
Διεκδικούμε έναν άλλον συνδικαλισμό. Αυτόν της οργάνωσης των αντιστάσεων, των
αγώνων που μπορούν και νικάνε!
Συνεχίζουμε,
επομένως, πιο αποφασιστικά! Η εμπειρία έδειξε ότι αυτός είναι ο μόνος ρεαλιστικός
δρόμος που αξίζει και μπορούμε να βαδίσουμε.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου