Αντίσταση - οργάνωση – αγώνας

Μόνιμη και σταθερή δουλειά, μισθοί, ασφάλιση-περίθαλψη, σπουδές, ελευθερίες ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!

Με σωματεία όργανα αντίστασης και διεκδίκησης ενάντια στην υποταγή, τη συνδιαχείριση και το συμβιβασμό

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2019

Η πρώτη κινητοποίηση σπουδαστών στην Ελλάδα


1831: ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΙΓΙΝΑΣ
Η πρώτη κινητοποίηση σπουδαστών στην Ελλάδα


Την «άκραν λύπην της ψυχής» του εξέφρασε ο Α. Μουστοξύδης, Έφορος του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας, ξεκινώντας τη μακροσκελή έκθεσή του προς τον «Γραμματέα=υπουργό επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδεύσεως» Ν. Χρυσόγελο. Με αυτή ενημέρωνε την κυβέρνηση πως «πνεύμα αταξίας και απείθειας, ταράττει τας ψυχάς  των μαθητών του Κεντρικού σχολείου» και περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα καθώς και τον τρόπο που τα χειρίστηκε.

Μια μέρα πριν, στις 9 Ιανουαρίου 1831, ο Αστυνόμος της Αίγινας Γεώργιος Φωτόπουλος απέστειλε στον Καποδίστρια «αναφορά για τις αιτίες και τα καθέκαστα της αποχής των μαθητών του Κεντρικού Σχολείου» που αναστάτωσαν τους περίπου 10.000 κατοίκους του νησιού και τα οποία «κατέστησαν τους μαθητάς πολλά ταραχοποιούς και στασιαστάς». Επισημαίνει ότι οι ταραχές θα έχουν επιπτώσεις τους κατοίκους της Αίγινας και ιδιαίτερα στους Ψαριανούς. Θεωρεί ως «αίτιον της διαφθοράς» το δημοτικόν=δημοκρατικό πνεύμα Γ. Γεννάδιου, ο οποίος αντί να κάνει μάθημα, καταναλώνει την ώρα για να πει στους μαθητές τα δικαιώματά τους.
Ο Καποδίστριας αποδοκίμασε το κίνημα και πήρε μέτρα για να παταχθεί. Επικοινωνούσε καθημερινά με τον Έφορο και τον Αστυνόμο, ζητούσε πληροφορίες και κατεύθυνε όλες τις ενέργειες. Με επιστολή του (11/1/1831) ζητά από τον Αστυνόμο να αποδείξει τις τρανές ικανότητές του, βρίσκοντας τους πρωτεργάτες και ποιος κινεί τα νήματα «διά να εκριζώσωμεν το κακόν σύρριζα… Διότι η Κυβέρνηση δεν θεωρεί το πράγμα απλούν κίνημα των παίδων, αλλά σκευωρίαν κακοβούλων και ταραχοποιών αυτών, οι οποίοι  κινούσι πάντα λίθον διά να εμποδίσωσι την πρόοδον όλων των καλών».
Ο αστυνόμος του δίνει όσες πληροφορίες έχει και καταλήγει στο συμπέρασμα πως «εις την συμβάσαν ταραχήν των σπουδαστών, η Αστυνομία δεν εύρεν μηδεμίαν ξένην επενέργειαν σκευωρίας», εννοώντας ότι δεν είχαν ανάμειξη οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κυβερνήτη.

ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ 

Το Κεντρικό Σχολείο ιδρύθηκε στη Αίγινα την 1η Νοεμβρίου 1829, με αντικείμενο την κατάρτιση δασκάλων και την προπαρασκευή όσων ήθελαν να ακολουθήσουν ανώτατες σπουδές. Η φοίτηση ήταν τριετής. Πολλοί από τους αποφοίτους του αποτέλεσαν τα πρώτα στελέχη της δημόσιας διοίκησης. Κατατασσόταν μεταξύ της Μέσης και της Ανώτερης βαθμίδας. Ο διαχωρισμός των βαθμίδων ήταν θολός τότε.
Οι αιτήσεις για φοίτηση στο Σχολείο ήταν τόσες πολλές, που ο Καποδίστριας έδωσε εντολή για ανέγερση νέου κτηρίου που χτίστηκε με χρήματα του Ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου και γι’ αυτό ονομάστηκε «Εϋνάρδειο».
Πρωτολειτούργησε τον Ιανουάριο του 1830 με Έφορο τον Ανδρέα Μουστοξύδη τον οποίο διαδέχτηκε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Θ. Φαρμακίδης. Βασικοί δάσκαλοι ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος που δίδασκε ελληνική γλώσσα, συντακτικό, ιστορία και γεωγραφία, ο Ιωάννης Βενθύλος δίδασκε Έλληνες ποιητές, ο Αναστάσιος Ερκουλίδης Γαλλικά, ο Γεράσιμος Ζωχιός Μαθηματικά, οι υποδιδάσκαλοι Φώτιος Βότζας σκιαγραφία και Αθανάσιος Αβραμιάδης μουσική.
Στο Κεντρικό Σχολείο ανατέθηκε ένας σύνθετος και δύσκολος ρόλος. Η εποχή ζητούσε ένα εργαστήριο εθνικής «ομογενοποίησης», μια κολυμβήθρα εθνικής διαπαιδαγώγησης, στηριγμένης κυρίως στη μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, στην οποία θα βαφτιζόταν ένας αφάνταστα ανομοιογενής μαθητικός πληθυσμός. Οι απόφοιτοι θα ήταν τα στελέχη για τη λειτουργία των θεσμών του υπό συγκρότηση εθνικού κράτους.
Προκειμένου όλα να μυρίζουν ελληνισμό και μάλιστα αρχαίο, το σχολείο παρέμβαινε ακόμη και στα ονόματα. «Οι Έλληνες… εις την σημερινήνπαλιγγενεσίαν των πρέπει ν' αποβάλουν τα (ξένα)ονόματα εκείνα, και να εισάξουν μετά σπουδής τα εθνικά, με τα οποία θέλουν γνωρισθή πάντοτε ως γνήσιοι απόγονοι των θαυμαζομένων σοφών και ηρώων» Ο Γεννάδιος που ήταν ιδιαίτερα αυστηρός σε ό,τι αφορούσε την καθαρότητα της γλώσσας, δεν ήταν τόσο απαιτητικός όταν επρόκειτο για τα επώνυμα. Μικρές αλλαγές ήταν αρκετές. Έτσι, ο μαθητής Μπένος έγινε Βαίνος, ο ΤζολάκογλουΤσολάκου, ο ΜπιρμπίληςΒιρβίλης, ο Βόγιος Βόειος και ο μικρός Μπότσαρης, ενώ πριν πάει στην Αίγινα υπέγραφε Μπότζαρης, στο μαθητολόγιο προσπάθησε, χωρίς να τα καταφέρει καλά, να γίνει Βότσαρις, κατά την υπόδειξη του Γεννάδιου. Ο Γεώργιος Στριφτόμπολας προτίμησε να κρατήσει το επίθετο που είχε δοξάσει ο πατέρας του μαχόμενος μέχρι θανάτου στο Λεβίδι και να μην γίνει Στρειφτόπουλος.
Στο Κεντρικό Σχολείο σπούδαζαν Αρβανίτες που θα βοηθούσαν «εις την εξημέρωσιν των ομοφύλων των Αλβανών της Μεγαρίδος», γόνοι σημαντικών οικογενειών της Μάνης «διά να κατασταθώσι οι νέοι ούτοι εισηγηταί των καλών και παράδειγμα των κοινωνικών ηθών εις τους συμπολίτες των» συντελώντας έτσι «εις τον πολιτισμόν και εξημέρωσιν των αγρίων ηθών των κατοίκων της Σπάρτης» (Καποδίστριας προς Διοικητή Σπάρτης 5/11/1830), γιοι Πελοποννησίων προυχόντων οι οποίοι «διά την κοινωνικήνθέσιν των δύνανται να κατασταθώσι και προς τους συμπολίτας των ωφέλιμοι». (Καποδίστριας προς Μουστοξύδη 22/11/1830).
Στις 31 Δεκεμβρίου 1830 στους καταλόγους ήταν εγγεγραμμένοι 349 μαθητές, από τους οποίους 84 Πελοποννήσιοι, 110 Στερεοελλαδίτες, 91 νησιώτες, 64 πρόσφυγες, κυρίως Χιώτες και Ψαριανοί που είχαν καταφύγει στην Αίγινα και τα γύρω νησιά. Σημαντικός αριθμός των σπουδαστών ήταν υπότροφοι της κυβέρνησης. Πολλοί σπουδαστές ήταν γιοι αγωνιστών του 1821.
Οι περισσότεροι μαθητές φαίνεται ότι ήταν φτωχοί. Από τους 700 μαθητές που φοίτησαν, πάνω από 200 (30%) είχαν χάσει τον πατέρα τους πριν εγγραφούν στο σχολείο. Όσο για τους γονείς που βρίσκονταν στη ζωή, καταγράφεται το επάγγελμα των γονέων μόνο 200 μαθητών. Το σχολείο σημείωνε το επάγγελμα μόνο εκείνων που μπορούσαν με κάποιαν άνεση να εξασφαλίσουν τα έξοδα των σπουδών. Επομένως, το 70% των μαθητών ήταν ορφανοί ή φτωχοί.
Έκλεισε το Ιανουάριο του 1832, ξανάνοιξε τον Αύγουστο με το όνομα Λύκειο και το 1834 μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Είναι ο πρόγονος του σημερινού «Γεννάδειου»- 1ου Γυμνασίου Αθήνας.


ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όλα ξεκίνησαν από έναν καυγά που ξέσπασε το βράδυ της 7ης Γενάρη 1831, εορτή του Αγίου Ιωάννη, κατά τη διάρκεια χορού προς τιμή του Καποδίστρια. Συγκεκριμένα, την ώρα που κάποιοι μαθητές μαζί με στρατιώτες χόρευαν «ενώπιον τινός στεφανηφόρου εικόνος ανεγερθείσης εις τιμήν της Αυτού Εξοχότητας», εμφανίστηκαν δύο νέοι Αθηναίοι, ο ένας υπάλληλος της τυπογραφίας και ο άλλος δάσκαλος στο αλληλοδιδακτικό σχολείο των Ψαριανών και προκάλεσαν καυγά. Η κατάσταση ξέφυγε και ο ένας Αθηναίος έδειρε έναν μαθητή.
Οι μαθητές ξεσηκώθηκαν και κατευθυνθήκαν στο σπίτι της κυρίας Λιανοσταφίδας, αδερφής του ενός Αθηναίου και «εβίασαν τας θύρας της» ψάχνοντας τον αδερφό της. Μετά «όρμησαν βιαίως εις τον οίκο της Δημογεροντίας των Ψαριανών δια να ζητήσουν τον αλληλοδιδακτικόν». Στη συνέχεια, «περί την 9η ώραν», πήγαν στο σπίτι του Μουστοξύδη απαιτώντας να συλληφθούν οι Αθηναίοι, όπως και έγινε.
Όμως τα πνεύματα δεν ηρέμησαν.
Την επόμενη(8/1), στη μία μετά το μεσημέρι, οι μαθητές άρχισαν να χτυπούν την καμπάνα της εκκλησίας καλώντας σε συνέλευση. Αποφάσισαν να απέχουν από τα μαθήματα μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους και να πουν στους δασκάλους να μην έρθουν στο σχολείο «διότι ήθελαν να το ευρείνεύκαιρον».
Ο Μουστοξύδης κάλεσε τους δασκάλους να κάνουν μάθημα «ακόμα κι αν εύρισκαν ακροατάς μόνο τα τείχη» και τους μαθητές «να συμμορφωθώσι ως καλοί πολίται με τους νόμους» και να επιστρέψουν στις τάξεις τους.
Τη νύχτα οι μαθητές έκαναν νέα συνέλευση, μάζεψαν υπογραφές σε ένα έγγραφο όπου ορκίζονταν «να είναι άτιμοι όλοι όσοι υπάγουν στο σχολείον» πριν ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους. Το υπόγραψαν 80 από τους 118 μαθητές των δύο βασικών τάξεων. Αργότερα, 12 από αυτούς απέσυραν την υπογραφή τους.
Στην αναφορά του Αστυνόμου της Αίγινας, Γεώργιου Φωτόπουλου, που παρακολουθούσε στενά από το καλοκαίρι τους σπουδαστές, όταν εμφανίστηκαν ορισμένα σατιρικά αντικυβερνητικά κείμενα, στη συγκέντρωση στο προαύλιο του Σχολείου οι μαθητές έθεσαν μια σειρά θέματα. Οι μαθητές υποστηρίζαν ότι δεν εφαρμόζεται το δημοσιευμένο πρόγραμμα, ζητούσαν να αντικατασταθούν οι διδάσκαλοι Ερκουλίδης των Γαλλικών και Ζωχιός των Μαθηματικών, ο πρώτος επειδή δεν τους συμπεριφέρεται καλά και ο δεύτερος επειδή ήταν αμαθής και αμέθοδος. Παραπονούνταν και για τις παραδόσεις του Γενναδίου στο μάθημα της Ιστορίας, επειδή δεν γίνονται με βάση κάποιο βιβλίο αλλά «εκ στήθους».
Σύμφωνα με τον Μουστοξύδη, η δυσαρέσκεια κατά του Ερκουλίδη οφειλόταν στο ότι, αρχίζοντας την παράδοσή του έκλεινε την πόρτα και δεν άφηνε τους μαθητές που καθυστερούσαν να μπουν. Κάποιοι μαθητές είχαν δυσαρεστηθεί από τον τρόπο με τον οποίο ο διδάσκαλος των Γαλλικών ήθελε να τους χωρίσει σε τάξεις, ανάλογα με τις γνώσεις τους.
Ο Γεννάδιος, βασικός συντελεστής στη δημιουργία του Κεντρικού Σχολείου, δεν έκρυβε την απογοήτευσή του, και σε επιστολή του με ημερομηνία 26 Ιανουαρίου 1831 προς τον φίλο του Σ.Γ. Δούκα έγραφε: «Εγώ τον μήνα τούτον όλον κινδυνεύω να περάσω εις ταραχάς, αι οποίαι με εψύχρανανμεγάλως, διότι μάλιστα παρεξηγούμαι…».
Όταν ο Μουστοξύδης πήγε την άλλη μέρα στο σχολείο(9/1/1831), την ώρα που έκανε μάθημα ο Γεννάδιος, διαπίστωσε ότι στις αίθουσες βρίσκονταν μόνο «κάποιοι υπότροφοι και ολίγοι φιλήσυχοι από τους νεοτέρους». Κάλεσε όλους τους μαθητές και όταν τους είπε πως θα ακούσει μόνο δύο, αυτοί «εξεφώνησαν ότι όλοι ήθελαν να μιλήσουν». Οι μαθητές διαμαρτύρονταν γιατί «εις την Αίγιναν δεν ευρήκαν ούτε τους διδασκάλους ούτε τα μαθήματα, όσα τους έταζε το πρόγραμμα και ότι δεν ήθελαν προσωρινούς διδασκάλους κ.τ.λ.». Η σχολική χρονιά είχε ξεκινήσει με περισσότερους μαθητές και λιγότερους δασκάλους.
Υπήρχε μεγάλη ένταση. «Εμείς τους παύομεν» φώναξαν, όταν ο Έφορος δήλωσε πως δεν μπορεί να παύσει τους διδασκάλους. «Έρχεται απ’ την Αμερική;» ειρωνεύτηκαν, όταν τους διαβεβαίωνε ότι «είναι εις τον δρόμο» ο διδάσκαλος της ιχνογραφίας. Επαναλάμβαναν ότι «ήθελαν εμποδίσει και τους διδασκάλους να δώσουν μάθημα και όσους μαθητές ήθελαν να τους ακούσωσι». Όταν προσπάθησε να τους διασπάσει διαχωρίζοντας τους υπότροφους, «άρχισαν κι εκείνοι να υψώνουν την φωνήν». Αποκάλεσε τους μαθητές αχάριστους λέγοντας πως «η Κυβέρνησις έχει άλλας φροντίδας και τώρα καταγίνεται να σας ελευθερώσει μέρος της πατρίου γης και να προσδιορίσει τα σύνορά σας». Τότε οι μαθητές απομακρύνθηκαν με φωνές.
Στις 10 Ιανουαρίου παρέμβηκε ο Ειρηνοδίκης της Αίγινας καλώντας κάποιους νέους μαθητές για να κατονομάσουν δυο ή τρεις από τους υπαίτιους των ταραχών. Οι μαθητές έκαναν νέα συνέλευση στον χώρο του σχολείου, χαρακτήρισαν απαράδεκτη την παρέμβαση του Ειρηνοδίκη και αποφάσισαν ότι στο δικαστήριο θα εμφανιστούν όλοι. Το δικαστήριο δεν έγινε.
Ο Καποδίστρια έκλεισε το σχολείο(λοκαουτ) και διάταξε «οι διδάσκαλοι να δίδωσι μαθήματα εις τας κατοικίας των, προς όσους των μαθητών ήθελαν να τα εξακολουθήσωσιν. Συγχρόνως εσύστησενεπιτροπήν, δια να διακρίνει τους ευπειθείς από τους απειθείς και δια να προσκαλέσει έμπροσθέν της τον καθένα χωριστά…».


ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ, ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑΝΟΗΤΙΚΟΝ
Τα μέλη της Επιτροπής που φτιάχτηκε για να ελέγξει την κατάσταση, ορίστηκαν από τον Καποδίστρια. Συνεδρίαζε στο σπίτι του. Την αποτελούσαν ο Α. Μουστοξύδης, ο Γ. Γεννάδιος, ο Ι. Κοκκώνης, μέλος της Προπαιδείας Επιτροπής και Α. Γιαννίτζης, διοικητής της Αίγινας. Συνεδρίασε έξι φορές (20, 21, 23, 24, 25 και 26 Γενάρη).
Στην πρώτη συνεδρίασή(20/1)η Επιτροπή κάλεσε έναν έναν τους μη υπότροφους σπουδαστές που φαίνονταν αμεταμέλητοι. Οι σπουδαστές μαζεύτηκαν στο προαύλιο και ζητούσαν να μπουν όλοι μαζί μέσα. Αυτό δεν έγινε αποδεκτό. Από τις 11 το πρωί ως τις 5 το απόγευμα εξετάστηκαν 15 σπουδαστές από τους οποίου οι 12 έδειχναν ανυποχώρητοι και ενημερώθηκαν πως θα αναχωρήσουν. «Εις τον καθέναν εξηγείτο της Κυβερνήσεως η διαταγή. Ενουθετείτο έκαστος και προετρέπετο να επανέλθει εις τα καθήκοντά του, να ομολογήσει…, να μεταμεληθεί και να υπακούσει εις την Κυβέρνηση…». Όσοι έδειχναν αμετάπειστοι, τους ξεκαθάριζαν πως η Κυβέρνηση θα ειδοποιήσει τους συγγενείς τους για να τους εξηγήσει για ποιο λόγο θα αποβληθούν από το σχολείο και απ’ όλα τα δημόσια σχολεία της Ελλάδας. Όσοι αποβληθούν θα είναι απλοί πολίτες, «ξένοι και αργοί εις Αίγιναν» και θα αναλάβει η αστυνομία την εποπτεία τους.
Στη δεύτερη(21/1) συνεδρίαση εξετάστηκαν άλλοι 15, η πλειοψηφία των οποίων ήταν πραότεροι και προσηνέστεροι. Οι 11 από αυτούς έλαβαν την άδεια να αναχωρήσουν και εστάλθηκαν τα ονόματά τους στην αστυνομία.
Στις 22/1 η Επιτροπή δε συνεδρίασε. Βρισκόταν σε εξέλιξη προσπάθεια να μαζευτούν υπογραφές μαθητών κάτω από ένα κείμενο με το οποίο θα δηλώνανε τη μεταμέλειά τους. Μια ομάδα μαθητών προσπάθησε να συντάξει ένα δικό της αλλά κρίθηκε από τον Έφορο «ολίγον υπερήφανον». Το κείμενο που τους δόθηκε να υπογράψουν ήταν το λεγόμενο Μετανοητικό.
Το Μετανοητικό χαρακτήριζε το κίνημα των σπουδαστών υποκινούμενο, το οποίο «με αταραχώτερον νου» κατέκριναν οι υπογράφοντες και ζητούσαν από τον Έφορο να μεσιτεύσει για να τους συγχωρέσει ο Κυβερνήτης. «Αφιερώνομεν την φροντίδα της εκπαιδεύσεώς ημών εις την κηδεμονίαν της Α.Ε.».
Το Μετανοητικό με τις υπογραφές δημοσιεύτηκε στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» στις 14 Φεβρουαρίου.
Στις 23/1 η Επιτροπή αποφάσισε να δώσει μία ευκαιρία σε αυτούς που ενώ είχαν αποβληθεί, όταν παρουσιάστηκαν στην αστυνομία μεταμέλησαν και προσπέσανε στο έλεος της κυβέρνησης. Θα καλούσαν την επόμενη μόνο εκείνους που δεν υπέγραψαν το Μετανοητικό.
Στις 24, 25, 26 Γενάρη, η Επιτροπή ασχολείται με αυτούς που δεν υπέγραψαν τη μεταμέλεια και καταγράφει χωριστά τους αμετάπειστους. Στην τελευταία συνεδρίαση, ο Γεννάδιος ενημερώνει ότι οι μαθητές προσήλθαν ήσυχα στα μαθήματά του, «ως πριν να γένωσι τα συμβάντα».
Τελικά, επτά σπουδαστές αποβλήθηκαν. Ήταν ο Δημήτριος Κριεζής από την Ύδρα 15 ετών, ο Νικόλαος Μονόπολις από την Κεφαλονιά 20 ετών, ο Θεοδόσιος Χάμπας από τη Νάξο 20 ετών, ο Δημήτριος Βαϊτάνης από τα Σάλωνα 18 ετών, ο Στέφανος Πραγματευτάκης από την Ίο 23 ετών, ο Ιωάννης Πριμηκύριος από τη Φιλιππούπολη 19 ετών και ο Ιωάννης Δαμιανού από την Ύδρα 18 ετών.


ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΕΛΕΙΑ
Η τελευταία πράξη της Επιτροπής ήταν η αναφορά προς την Γραμματεία με τη οποία ανακοίνωνε πως η αταξία έλαβε τέλος και ότι έκοψε από τη ρίζα «τη χαιρεκακία των κακονοούντων» που ήθελαν να διαλύσουν το σχολείο. Η σπουδάζουσα νεολαία θα αφοσιωθεί από δω και πέρα σε αυτά που την αφορούν και αφήνει τον εαυτό της στην φροντίδα του «κοινού πατέρα και κτήτορα του Κεντρικού Σχολείου».
«Καθώς εκ της ευπαραφόρου ορμής της νεότητοας φαίνεται ότι έγινε το άτακτο τούτο κίνημα, παρομοίως και η μετάνοια φαίνεται ότι έγινεν ειλικρινής και η υποταγή τελεία».

ΤΙ ΠΟΤΙΖΕ ΤΗΝ ΟΡΓΗ
Οι ταραχές στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας αποτελούσαν εκφράσεις μιας γενικότερης απογοήτευσης. Στο περιθώριο είχαν βρεθεί όλες οι αποφάσεις των πρώτων εθνοσυνελεύσεων. Το φιλελεύθερο πνεύμα παραμερίστηκε από τον δεσποτισμό.
Οι απόψεις του Βαμβά να φέρονται οι δάσκαλοι «εις τα αθώα παιδία με τρόπον γλυκύν και σεμνόν» σβήνουν. Ακόμη και η αστυνομία μπορούσε να επέμβει στο έργο του δασκάλου.
Η αυταρχική παρουσία του Καποδίστρια ήταν ιδιαίτερα αισθητή στο Κεντρικό Σχολείο. Υπήρχαν μέρες που βρισκόταν στις αίθουσες διδασκαλίας παρεμβαίνοντας στο μάθημα, ενώ κατά την περίοδο των εξετάσεων ζητούσε να «διαβάσει τας κόλλας των εξετάσεων των μαθητών για να διαπιστώσει αυτοπροσώπως την πρόοδό τους».
Στις 16 Ιανουαρίου 1830 υπογράφεται από τον Καποδίστρια και τον Χρυσόγελο ο περιορισμός των διακοπών, των αργιών και η αύξηση των ωρών διδασκαλίας. Στο έγγραφο επιχειρηματολογούν ότι είναι εμπόδιο για την «προκοπήν των μαθητευόμενων παίδων αι συχναίαργίαι και διακοπαί των μαθημάτων». Όπως λένε, πιο θεάρεστο έργο δεν μπορεί να πράξει ένας χριστιανός «παρά να ασχολείται εκπαιδευόμενος τα προς τον Θεό, προς τον πλησίον και προς εαυτόν χρέη». Αναγράφονται μόνο λίγες γιορτές ως αργίες. Έτσι, οι μαθητές κάνουν μάθημα και τις Κυριακές. Καθημερινά οι ώρες διδασκαλίας ήταν από τις 9 ως τις 12 και από τις 2 ως τις 5. Δεν μπορούσαν να σηκώνουν κεφάλι.
Αυτά πότιζαν την οργή.

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΗΘΟΥΣ
Αμέσως μετά τη λήξη της αποχής, η πρώτη σκέψη του Μουστοξύδη και της κυβέρνησης ήταν να αποτρέψουν την επανάληψη της δυσάρεστης περιπέτειας του Ιανουαρίου. Συντάχτηκε Κανονισμός Λειτουργείας από τον Μουστοξύδη.
Για να γίνει δεκτός ένας μαθητής στο Κεντρικό Σχολείο θα έπρεπε:
-να είναι εφοδιασμένος με ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ!!!
-να εξεταστεί γραπτώς (εισαγωγή εξετάσεων)
-να αποδείξει από πού προέρχονται τα χρήματα που θα ξόδευε όσο σπούδαζε.
Μετά την εγγραφή, κάθε μαθητής είχε είδος μαθητικής ταυτότητας, που ονομαζόταν «μαθητογραμμάτιον». Θα έπρεπε να υπογράφεται κάθε μήνα από τους διδασκάλους, για να πιστοποιείται η επιμέλεια, η διαγωγή και η τακτική φοίτηση. Αν ο μαθητής ήταν άτακτος ή απουσίαζε πάνω από δύο φορές το μήνα αδικαιολόγητα το μαθητογράφιον δεν υπογράφονταν και αυτό θα είχε ως συνέπεια τον αποκλεισμό από τις δοκιμαστικές και από τις ετήσιες εξετάσεις του καλοκαιριού.
Οι ποινές ήταν τρεις, ανάλογα με τη σοβαρότητα του παραπτώματος: Επίπληξη, περιορισμός στο σπίτι από μία έως και επτά ημέρες και τέλος οριστική αποβολή από το σχολείο.
«Αν τις των μαθητών φαίνεται δυσήνιος ή σκανδαλοποιός ή ταραξίας ή κακοήθης και φαυλόβιος», χρειαζόταν κυβερνητική έγκριση για την αποβολή και ακολουθούσε ειδοποίηση της οικογένειας του αποβαλλομένου.
Για την εκτός σχολείου συμπεριφορά οι μαθητές υπόκειντο όπως και οι άλλοι πολίτες στην επιτόπια πολιτική Αρχή, η οποία θα έπρεπε να ειδοποιεί τον έφορο σε περίπτωση που κάποιος μαθητής προέβαινε σε κάποια αξιόποινη πράξη.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΧΩΡΗΣΑΝ
Την 1η Φεβρουαρίου 1831, οι μαθητές που αποβλήθηκαν συνυπέγραψαν μια επιστολή διαμαρτυρίας. Σε αυτή αναφέρουν πως όταν ήρθαν στην Αίγινα, φτωχοί και ορφανοί οι περισσότεροι από πατέρα που έπεσε στον «έσχατον αγώνα κατά τη Τυραννίας και της απαιδευσίας», αντί σχολείο είδαν «τάφο κεκονιαμένον». Το σχολείο επ’ έξω έδειχνε λαμπρό αλλά μέσα ήταν άδειο από δασκάλους και υποδομή. Οι περισσότεροι καθηγητές ήταν δεσποτικοί και η διδασκαλία τους άθλια.
Καταγγέλλουν πως ενώ ξεκίνησαν την διαμαρτυρία ήσυχα και άοπλοι, «εξηγήσασα η διοίκησις ως στασιώδηαπείθειαν, εδιώρισεν αρματωμένους στρατιώτας να παρακολουθούν όλα μας τα βήματα και να μας ακολουθούν παντού». Όταν η διοίκηση είδε πως δεν κατάφερε να τους φοβίσει, μεταχειρίστηκε κάθε χαμερπή τρόπο. Υποσχέσεις, εκβιασμούς, απειλές και ψέματα για να τους διχογνωμήσει.
Κάνουν ειδική αναφορά στη δήλωση μεταμέλειας. «Διαμαρτυρούμεθα κατά του ρηθέντος Μετανοητικού και κηρύττομεν εις όλους μας τους Συμπολίτας ότι από βίαν και δυναστείαν το υπογράψαμεν, δια να αποφύγομεν τον φυλακισμό και την εξορίαν». Κυρίως όμως υπολόγισαν το «πένθος και τη θλίψη των συγγενών και φίλων».
Εξηγούν πως αυτή η διαμαρτυρία γίνεται για να υπερασπίσουν το κίνημα και τους λόγους που αποκήρυξαν το Μετανοητικόν και ότι η αναχώρησίν τους «και μόνη της ήταν αρκετή και ζώσα διαμαρτύρησις».
Η επιστολή δημοσιεύτηκε την 1η Φεβρουαρίου 1831 στην τοπική εφημερίδα «Aιγιναία» και προκάλεσε σάλο. Στην ίδια εφημερίδα, δημοσιεύτηκε και ένα μακροσκελές άρθρο για την άσχημη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παιδεία εκείνη την εποχή και για την «ωμότητα και τα ανήθικα μέτρα» της διεύθυνσης του σχολείου, εναντίον των σπουδαστών καθώς και ένας λίβελος εναντίον του AνδρέαMουστοξύδη.
Πάντως, ο Αστυνόμος συνέχισε να παρακολουθεί τις κινήσεις των μαθητών και το καλοκαίρι του 1831, όταν η δυσαρέσκεια κατά της κυβέρνησης είχε κορυφωθεί, ανέφερε ότι ορισμένοι από αυτούς συμμετείχαν στην αντιπολίτευση γράφοντας και διαδίδοντας αντικυβερνητικά κείμενα.
Η κινητοποίηση των σπουδαστών του Κεντρικού Σχολείου ήταν τότε απροσδόκητη και πρωτοφανής. Τα επόμενα χρόνια γενικεύονται τα σπουδαστικά αιτήματα, αυξάνονται οι αντιδράσεις και οι διεκδικήσεις. Η ανάκριση, η δήλωση μετάνοιας, η αποκήρυξη, η συκοφάντηση, η διαπόμπευση και το πιστοποιητικό φρονημάτων, που εγκαινιάστηκαν τότε, θα είναι οι μέθοδοι αντιμετώπισής τόσο των μαθητικών όσο και των λαϊκών κινητοποιήσεων.
Οι μαθητές κλείνοντας τη διαμαρτυρία, μας καλούν να πάρουμε θέση.
«Ταύτα διαμαρτυρήθημεν και διαμαρτυρούμεθα κατά της προς ημάς βίας και δυναστείας του Καποδίστρια, αφήνοντες εις τους συμπολίτας μας, εις τους μαθητάς και τους διδασκάλους όλων των σχολείων του κόσμου να κρίνουν, αν το τότε κίνημά μας ήτο στασιώδες, ως το ονόμασε».
Ήθελε κότσια εκείνη την εποχή να τα πεις αυτά και να βρεθείς απόβλητος από όλα τα σχολεία της χώρας.
Β.Δ.

Βιβλιογραφία
Γιάννης Κόκκωνας: «Οι μαθητές του Κεντρικού Σχολείου (1830-1834)», Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1997
Αλέξης Δημαράς: «Τεκμήρια Ιστορίας-Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε» Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη 1988
Η αναφορά του Μουστοξύδη
Τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής «της προς την καθησύχαση των μαθητών διορισθείσης»
Οι αναφορές του Αστυνόμου της Αίγινας
Η αλληλογραφία του Καποδίστρια με τον Έφορο και των Αστυνόμο
Στοιχεία από τα αρχεία του Κεντρικού Σχολείου
Διάφορα δημόσια έγγραφα
Διάφορα άρθρα από το διαδίκτυο



Δεν υπάρχουν σχόλια: